Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

το νέο σύστημα των αποδείξεων

Η σύνδεση των αποδείξεων με το γενικό αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ καθώς και η συρρίκνωση και η κατάργηση ορισμένων εκπτώσεων δαπανών σηματοδοτούν επιβολή φόρου για τους φορολογούμενους με ετήσιο εισόδημα άνω των 16.500 ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις και χαμηλότερα. Κι αυτό γιατί οι παραπάνω φορολογούμενοι, όπως αποδεικνύουν και τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, δεν θα μπορέσουν να καλύψουν το απαιτούμενο ποσό των δαπανών με αποδείξεις και έτσι επί του ποσού των αποδείξεων που τους λείπει για τη κάλυψη του αφορολόγητου των 12.000 ευρώ θα καταβάλουν φόρο με συντελεστή 10%.

Επιπρόσθετα στη ζώνη υψηλού κινδύνου για φοροπρόστιμα οδηγούν και άλλες δύο ρυθμίσεις. Η μία έχει να κάνει με το ποσό των απαιτούμενων αποδείξεων που θα πρέπει να αντιστοιχεί στο 30% του δηλωθέντος εισοδήματος και όχι του καθαρού διαθέσιμου εισοδήματος και η δεύτερη αφορά στη δραστική συρρίκνωση της φοροέκπτωσης για τις αποδείξεις από ελεύθερους επαγγελματίες και διάφορα καταστήματα.

Στον αέρα
Ουσιαστικά με το νέο σύστημα των αποδείξεων παραμένει μετέωρο ζητούμενο για εκατομμύρια νοικοκυριά το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ που μέχρι σήμερα ήταν «κεκτημένο». Κι αυτό γιατί η μερική ή ολική διασφάλισή του εξαρτάται από την καταναλωτική δύναμη των νοικοκυριών, καθώς η κυβέρνηση έθεσε υψηλά τον πήχη για τα απαιτούμενα ποσά των αποδείξεων τουλάχιστον για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ετσι υπολογίζεται ότι 1.700.000 φορολογούμενοι δεν θα μπορέσουν να συγκεντρώσουν την αναγκαία αξία των αποδείξεων και θα χάσουν μέρος του αφορολόγητου πληρώνοντας το προβλεπόμενο φορολογικό πρόστιμο.

Αποκαλυπτικά είναι τα τελευταία στοιχεία από την έρευνα της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, τα οποία δείχνουν ότι για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του υπουργείου Οικονομικών με τις αποδείξεις το κάθε νοικοκυριό ξοδεύει 833 ευρώ τον μήνα ή 9.996 ευρώ τον χρόνο.

Δηλαδή σε κάθε μέλος αντιστοιχούν μηνιαίες δαπάνες 416,5 ή 4.998 ευρώ το χρόνο. Με βάση την κυβερνητική ρύθμιση ότι η αξία των αποδείξεων θα πρέπει να ανέρχεται στο 30% του δηλωθέντος εισοδήματος προκύπτει ότι οι δαπάνες με βάση τα στοιχεία της Στατιστικής αναλογούν σε ατομικό εισόδημα 16.500 ευρώ (16.500Χ 30%=4.950 ευρώ απαιτούμενη αξία αποδείξεων για την κάλυψη του αφορολόγητου) ή σε οικογενειακό εισόδημα 33.000 ευρώ.

Ετσι οι φορολογούμενοι με ατομικό ετήσιο εισόδημα άνω των 16.500 ή νοικοκυριά με εισόδημα άνω των 33.000 ευρώ δεν θα είναι σε θέση να συγκεντρώσουν τις αποδείξεις που απαιτούνται και θα πληρώσουν φοροπρόστιμο 10%. Για παράδειγμα, ζευγάρι με συνολικό εισόδημα 40.000 ευρώ, (20.000 + 20.000), θα χρειασθούν σύμφωνα με την κυβερνητική ρύθμιση αποδείξεις 12.000 ευρώ. Κι αυτό γιατί για το καθένα χωριστά απαιτούνται αποδείξεις ίσες με το 30% του δηλωθέντος εισοδήματός του (20.000Χ30%=6.000 ευρώ).

Ωστόσο με βάση τα δεδομένα της Στατιστικής, οι συνολικές τους δαπάνες για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο καλάθι των αποδείξεων διαμορφώνονται στα 9.996 ευρώ. Δηλαδή από το όριο που έχει θέσει το υπουργείο Οικονομικών υπολείπονται 2.004 ευρώ (12.000-9.996) και επί του ποσού αυτού θα καταβληθεί φόρος 10%. Οπότε το συγκεκριμένο ζευγάρι θα πληρώσει φόρο 200,4 ευρώ λόγω μη κάλυψης του αφορολόγητου ορίου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ
Εστω δηλούμενο εισόδημα 40.000 ευρώ και δηλούμενες αποδείξεις αξίας 20.000 ευρώ, όταν η σύζυγος είναι μη εργαζόμενη. Εξ αυτών οι 12.000 ευρώ (40.000χ30%) καλύπτουν 100% το αφορολόγητο. Το υπόλοιπο 20.000-12.000 = 8.000 ευρώ καλύπτει πρόσθετο όφελος ως εξής: 8.000Χ10%=800 ευρώ ως τελική έκπτωση από τον φόρο. Συνολικό όφελος από το αφορολόγητο: 12.000Χ10% = 1.200 ευρώ. Από την έκπτωση από τον φόρο: 8.000Χ10%= 800 ευρώ. Σύνολο 2.000 ευρώ.

Εστω 30.000 ατομικό εισόδημα και δηλούμενες αποδείξεις 8.000 ευρώ. Τα 30.000 ευρώ εισόδημα απαιτούν 30.000χ30% = 9.000 ευρώ αξία αποδείξεων για να καλύψουν το απαιτούμενο αφορολόγητο και έχουν προσκομιστεί μόνο 8.000 ευρώ. Αρα τα υπόλοιπα 9.000 - 8.000 = 1.000 ευρώ δεν καλύπτονται από τις αποδείξεις και φορολογούνται με 10%. Δηλαδή, προκύπτει επιβάρυνση στον φόρο της κλίμακας με το ποσό των 100 ευρώ.

Εστω 20.000 ατομικό εισόδημα και δεν προσκομίζονται καθόλου αποδείξεις. Τα 20.000 ευρώ εισόδημα απαιτούν 20.000χ30% = 6.000 ευρώ αξία αποδείξεων για να καλύψουν το απαιτούμενο αφορολόγητο. Ο συγκεκριμένος φορολογούμενος επιβαρύνεται επιπλέον με 6.000Χ10% = 600 ευρώ επειδή δεν προσκόμισε καθόλου αποδείξεις.

Η ΠΑΓΙΔΑ
«Ξέχασαν» τον φόρο που παρακρατείται

Ενα ακομη στοιχείο που αποδεικνύει ότι το υπουργείο Οικονομικών έχει θέσει υψηλά τον πήχη για τα ποσά των αποδείξεων καθιστώντας ανέφικτη τη διασφάλιση του αφορολόγητου ορίου για τα μεσαία και τα χαμηλά εισοδήματα είναι και το γεγονός ότι το ποσοστό του 30% υπολογίζεται επί του δηλωθέντος εισοδήματος το οποίο όμως εμπεριέχει και τον παρακρατούμενο φόρο και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύει το καθαρό διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα.

Αν λοιπόν αφαιρεθεί ο φόρος, το καθαρό εισόδημα που «μπαίνει στην τσέπη» του φορολογούμενου είναι χαμηλότερο από το δηλωθέν. Οπότε το ποσό των δαπανών με αποδείξεις αντιστοιχεί στο 30%, αλλά σε υψηλότερο ποσοστό.

Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει εισόδημα 30.000 ευρώ, ο φόρος που του έχει παρακρατηθεί κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους ανέρχεται με βάση τη νέα κλίμακα σε 4.450 ευρώ και συνεπώς το καθαρό εισόδημά του διαμορφώνεται σε 25.550 ευρώ.

Το υπουργείο Οικονομικών όμως υπολογίζει την αξία των αποδείξεων που θα χρειασθεί στο 30% όχι του καθαρού αλλά του δηλωθέντος εισοδήματος, δηλαδή όχι επί του ποσού των 25.550 αλλά επί των 30.000 ευρώ και ζητεί από τον φορολογούμενο αποδείξεις 9.000 ευρώ, ενώ αν ελάμβανε υπόψη το πραγματικό καθαρό εισόδημα των 25.550 ευρώ, θα του ζητούσε λιγότερες (7.765 αντί 9.000 ευρώ) και θα έκανε ευκολότερη τη προσπάθειά του για την κάλυψη του αφορολόγητου των 12.000 ευρώ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αξία των αποδείξεων δεν αντιστοιχεί σε 30% του εισοδήματος αλλά σε πολύ υψηλότερο.

Αντικίνητρα για συλλογή αποδείξεων

Πρόβλημα υπάρχει και με τα κίνητρα για τη συλλογή των αποδείξεων που σε πολλές περιπτώσεις είτε αποδυναμώ­νονται σε σχέση με τα ισχύοντα είτε δεν προσφέρουν «δελεαστικά» κέρδη για τους καταναλωτές. Καταρχάς οι δαπάνες για υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους και γενικά ελεύθερους επαγγελματίες, ταβέρνες, εστιατόρια, κομμωτήρια και άλλα καταστήματα που με βάση το ισχύον καθεστώς εξέπιπταν από το εισόδημα σε ποσοστό 40% της αξίας τους, τώρα εντάσσονται στο καλάθι των αποδείξεων και η έκπτωση περιορίζεται στο 20% από τον φόρο. Το δεύτερο αφορά στο ότι η φοροέκπτωση του 10% επί του ποσού των αποδείξεων που υπολείπεται μετά την κάλυψη του αφορο­λόγητου ορίου είναι χαμηλότε­ρη από το ΦΠΑ 19% με τον οποίο θα επιβαρυνθεί ο καταναλωτής.

ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟ
Οι εξαιρέσεις που δυσχεραίνουν την κάλυψη του ορίου

Ακόμη ένας παράγοντας που αποδεικνύει ότι η πλήρης κάλυψη του αφορολόγητου ορίου για πολλούς φορολογούμενους αποτελεί «όνειρο θερινής νυκτός» είναι ότι με την αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του εισοδήματος των νοικοκυριών πηγαίνει για εξόφληση τόκων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων που δεν συμπεριλαμβάνονται στις δαπάνες για κάλυψη του αφορολόγητου, πράγμα που οδηγεί τα νοικοκυριά σε συρρίκνωση των υπόλοιπων δαπανών τους.

Το αφορολόγητο όριο δεν θα καλυφθεί από πολλούς που ανήκουν στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και το κλειδί των κρυφών επιβαρύνσεων βρίσκεται στο είδος των αποδείξεων, καθώς εξαιρούνται βασικές και μεγάλες καταναλωτικές δαπάνες.

Επιπρόσθετα άγνωστο παραμένει το πότε θα εγκατασταθούν ταμειακές μηχανές σε δραστηριότητες και επαγγέλματα που σήμερα εξαιρούνται και συνεπώς δεν εκδίδουν αποδείξεις λιανικής πώλησης ή παροχής υπηρεσιών.

Ειδικότερα από το καλάθι των αποδείξεων εξαιρούνται οι δαπάνες για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων (αυτοκινήτων, ακινήτων κ.ά.), οι λογαριασμοί των ΔΕΚΟ (ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτρισμός, τηλεπικοινωνίες σταθερά - κινητά), οι δαπάνες για εισιτήρια σε κάθε είδους μεταφορικό μέσο (λεωφορεία, τρένα, αεροπλάνα κ.ά.).

Τα υψηλά εισοδήματα
Επίσης δεν αναγνωρίζονται για την κατοχύρωση του αφορολόγητου ορίου οι αποδείξεις για γιατρούς, νοσήλια, φροντιστήρια, ασφάλιστρα, εισφορές, ενοίκια, τόκους δανείων, αμοιβές δικηγόρων και άλλες οι οποίες εντάσσονται στο καθεστώς των εκπτώσεων δαπανών από τον φόρο ή από το εισόδημα.

Και ενώ το αφορολόγητο παραμένει μετέωρο για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, για τα υψηλά είναι διασφαλισμένο, αφού ένας φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 200.000 ευρώ προφανώς δεν έχει κανένα πρόβλημα να συγκεντρώσει αποδείξεις αξίας 12.000 ευρώ και να μπορεί άνετα να φτάσει και το πλαφόν των 15.000, κερδίζοντας επιπλέον έκπτωση φόρου 300 ευρώ.

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11379&subid=2&pubid=10236868

Δεν υπάρχουν σχόλια: