Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταχρηστικοί όροι τραπεζών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καταχρηστικοί όροι τραπεζών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Πρόστιμα σε τράπεζες 260.000 ευρώ για παρακράτηση μισθών

Πρόστιμα συνολικού ύψους 260.000 ευρώ επέβαλε ο γενικός γραμματέας Καταναλωτή σε τρεις τράπεζες οι οποίες, κατά παράβαση της νομοθεσίας, προέβαιναν στη μονομερή ανάληψη (μέρους ή όλου) του μισθού ή της σύνταξης για τον συμψηφισμό απαιτήσεών τους που διατηρούσαν προς τους κατόχους των λογαριασμών, με βάση σχετικούς γενικούς όρους («ψιλά γράμματα») που εμπεριέχονταν στις δανειακές συμβάσεις.
Ειδικότερα, επιβλήθηκε πρόστιμο από 100.000 ευρώ στην Τράπεζα Πειραιώς και στη Eurobank και 60.000 ευρώ στην ATEbank. Σύμφωνη γνώμη για την επιβολή κυρώσεων διατύπωσε για τις παραπάνω περιπτώσεις και η Τράπεζα της Ελλάδος.
Η νομοθεσία ορίζει ως ακατάσχετο και προστατεύει το ποσόν του μισθού ή της σύνταξης που κατατίθεται σε λογαριασμό μισθοδοσίας μέχρι το ύψος του ενός μισθού ή σύνταξης, ενώ δεν επιτρέπει –ούτε με συμφωνία– τον συμψηφισμό ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων με ακατάσχετες απαιτήσεις. Αυτό γίνεται προκειμένου να προστατεύεται ένα ελάχιστο εισόδημα, το οποίο είναι απαραίτητο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη. Κατά συνέπεια οι όροι που προβλέπουν τον συμψηφισμό των απαιτήσεων των τραπεζών με το ποσόν του τελευταίου μισθού ή σύνταξης που κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό είναι παράνομοι και καταχρηστικοί.
Επιπλέον, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει κινήσει τη διαδικασία για την εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και για τα λεγόμενα «έξοδα καθυστέρησης» που επιβάλλουν ορισμένες τράπεζες, πέραν των τόκων υπερημερίας, σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή της μηνιαίας δόσης. Από σχετική έρευνα του Συνηγόρου του Καταναλωτή είχε προκύψει ότι οι χρεώσεις αυτές κυμαίνονταν από 8 έως 120 ευρώ μηνιαίως ενώ υπολογίζεται ότι οι τράπεζες αποκομίζουν μόνο από αυτή τη χρέωση περί τα 40 - 50 εκατ. ευρώ ετησίως.
Μετά την κλήση για την κατάθεση σχετικού υπομνήματος, μία τράπεζα ανέστειλε την ενεργοποίηση των χρεώσεων που είχε προαναγγείλει για την περίπτωση αυτή, δίχως ωστόσο να έχει προβεί μέχρι σήμερα και σε απόσυρση του όρου συναλλαγών που προβλέπει την επιβολή εξόδων καθυστέρησης. Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, η Τράπεζα της Ελλάδος διατύπωσε τη γνώμη ότι οι εν λόγω χρεώσεις παραβιάζουν πρωτίστως την Πράξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το ανώτατο όριο του επιτοκίου υπερημερίας και ως εκ τούτου προέχει η εξέταση της εφαρμογής των προβλεπόμενων κυρώσεων από τα αρμόδια όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος. Για τον λόγο αυτό η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή θα αναμένει την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας από την Τράπεζα της Ελλάδος πριν προβεί σε οποιαδήποτε σχετική απόφαση.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_25/10/2011_460382


Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Επιπλέον χρεώσεις από τις τράπεζες για καθυστέρηση δόσεων

Διπλό «χαράτσι» καλούνται να πληρώσουν στις τράπεζες όσοι δανειολήπτες ή κάτοχοι πιστωτικών καρτών έχουν καθυστερήσει να πληρώσουν έστω και μία ημέρα τη μηνιαία δόση τους. Εκτός από τους τόκους υπερημερίας, η συντριπτική πλειονότητα των τραπεζών επιβάλλει τα λεγόμενα «έξοδα καθυστέρησης», μια επιπλέον χρέωση, η οποία ανάλογα με το είδος του δανείου μπορεί να ξεκινάει από τα 8 ευρώ και να ξεπερνά τα 120 ευρώ μηνιαίως. Αποτέλεσμα: υπολογίζεται ότι οι τράπεζες αποκομίζουν μόνο από αυτή τη χρέωση περί τα 40 - 50 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ο οποίος διενήργησε αυτεπάγγελτη έρευνα, κρίνει ότι η χρέωση αυτή είναι παράνομη και καταχρηστική και ζητεί από τις τράπεζες όχι μόνο να πάψουν να επιβάλλουν τα «έξοδα καθυστέρησης», αλλά και να επιστρέψουν τα χρήματα αυτά στους δανειολήπτες ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Αξίζει να σημειωθεί πως από την έρευνά του ΣτΚ προέκυψε ότι την τακτική αυτή ακολουθούν όλες οι τράπεζες (για τον λόγο αυτόν άλλωστε η έρευνα κοινοποιήθηκε και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, προκειμένου να ελέγξει το ενδεχόμενο εναρμονισμένης πρακτικής) εκτός από δύο πολύ μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ μία τράπεζα επιβάλλει αυτή τη χρέωση εδώ και τρία χρόνια.
Από την έρευνα που διενήργησε ο ΣτΚ προκύπτει ότι οι εν λόγω χρεώσεις επιβλήθηκαν επί το πλείστον μεταγενέστερα, σε ενεργούς συμβάσεις δανείων, πιστώσεων και πιστωτικών καρτών στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στους υπογεγραμμένους από τα συναλλασσόμενα μέρη όρους, συνιστώντας κατά τον τρόπο αυτό μονομερή τροποποίηση των συμβατικών τους όρων.
Επιπλέον, η εν λόγω χρέωση επιβάλλεται παράλληλα με την επιβολή τόκων υπερημερίας, επιβαρύνοντας με τον τρόπο αυτόν διπλά τον υπερήμερο οφειλέτη και δημιουργώντας του σύγχυση για το τι καλύπτει ο τόκος και τι η καταγγελλόμενη χρέωση. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι πολλά δάνεια είναι συνδεδεμένα με τραπεζικούς λογαριασμούς των δανειοληπτών, οι τράπεζες συχνά εισπράττουν απευθείας τις επιπλέον χρεώσεις, χωρίς ο οφειλέτης να έχει κανένα περιθώριο αντίδρασης.
Σύμφωνα με το ΣτΚ η χρέωση αυτή είναι καταχρηστική και επιβάλλεται κατά παράβαση του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών και των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ο ΣτΚ κάλεσε την Τράπεζα της Ελλάδος και τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή να προβούν σε ελέγχους και να επιβάλουν τις αντίστοιχες κυρώσεις.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyepix_1_28/06/2011_447315

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

«Στοπ» σε οκτώ καταχρηστικούς όρους τραπεζών

«Στοπ» σε οκτώ όρους που χρησιμοποιούν οι τράπεζες στις συναλλαγές τους με τους καταναλωτές και έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί από τη Δικαιοσύνη σε υποθέσεις συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών, βάζει σχετική απόφαση του υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Βασίλη Κεγκέρογλου.
Σύμφωνα με το αρμόδιο υπουργείο, η απόφαση έχει εφαρμογή και παράγει αποτελέσματα και έναντι των τραπεζών που δεν ήταν διάδικοι και αφορά όλους τους καταναλωτές, οι οποίοι επωφελούνται από τις διατάξεις της χωρίς να χρειαστεί να υποβληθούν σε καμία διαδικασία ή κόστος.
Με την έκδοσή της, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα ή εταιρείες παροχής πιστώσεων οφείλουν να απαλείψουν τους συγκεκριμένους όρους άμεσα και να πάψουν να κάνουν χρήση τους. Οι όροι αυτοί αφορούν το σύνολο των καταναλωτών που συναλλάσσονται με τις τράπεζες.
Ειδικότερα, απαγορεύεται η διατύπωση και χρήση των παρακάτω οκτώ όρων:
1. Ο όρος που προβλέπει ότι σε περίπτωση ανάληψης μετρητών από κατάστημα ή ΑΤΜ του ίδιου πιστωτικού ιδρύματος, καταβάλλονται από τον καταναλωτή προμήθεια ή λειτουργικά έξοδα στο πιστωτικό ίδρυμα.
2. Ο όρος που προβλέπει ότι στην περίπτωση στεγαστικού δανείου που χρησιμοποιείται για κατασκευή ή ανέγερση κατοικίας, το δάνειο κατατίθεται σε δεσμευμένο λογαριασμό του οφειλέτη και ενώ η αποδέσμευση γίνεται σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ο δανειολήπτης επιβαρύνεται με τους τόκους του δανείου, από την ημέρα που κατατίθεται το ποσόν στον δεσμευμένο λογαριασμό. Ο όρος αυτός απαγορεύεται, ανεξάρτητα αν το ποσόν που κατατίθεται στον λογαριασμό του δανειολήπτη εκτοκίζεται με τόκο κατάθεσης.
3. Ο όρος που προβλέπει ότι επιβάλλονται προμήθεια ή έξοδα για την κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου, που είναι πελάτης του πιστωτικού ιδρύματος.
4. Ο όρος με τον οποίο επιβάλλονται προμήθεια ή έξοδα σε κάθε κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου αναφορικά με την ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή επιταγής στα ταμεία των τραπεζών, όταν οι κινήσεις υπερβαίνουν το καθορισμένο από την τράπεζα όριο.
5. Ο όρος που προβλέπει την επιβολή εξόδων αδράνειας σε καταθετικούς λογαριασμούς, που παραμένουν ακίνητοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που καθορίζει η τράπεζα.
6. Ο όρος που προβλέπει ότι οι λογαριασμοί με μέσο μηνιαίο υπόλοιπο μικρότερο από εκείνο που ορίζει η τράπεζα βαρύνονται με έξοδα τήρησης και παρακολούθησης των κινήσεων.
7. Ο όρος που υποχρεώνει τον καταθέτη να ειδοποιήσει αμέσως την τράπεζα, σε περίπτωση απώλειας του βιβλιαρίου καταθέσεων, και ορίζει ότι η τράπεζα δεν ευθύνεται σε περίπτωση που πραγματοποιήσει πληρωμή σε άλλο πρόσωπο, πριν λάβει την προαναφερόμενη ειδοποίηση.
8. Ο όρος που περιορίζει την ευθύνη των τραπεζών μόνο για δόλο ή για βαριά αμέλεια υπαλλήλου της, σε περίπτωση μη γνήσιας υπογραφής σε δελτία ή εντολές πληρωμής, αποκλείοντας κατ� αυτόν τον τρόπο την ευθύνη της για ελαφρά αμέλεια.
Οπως σημειώνει η σχετική ανακοίνωση του υπουργείου, η εν λόγω απόφαση εντάσσεται πλέον στο νομικό οπλοστάσιο προστασίας του καταναλωτή και για μη συμμόρφωση με αυτήν προβλέπεται η επιβολή αυστηρών προστίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3587/2007.
 http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=1922305

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Επιστροφή του κτηματόσημου σε δανειολήπτες στεγαστικών

Ο Συνήγορος του Καταναλωτή (ΣτΚ) καλεί oκτώ μεγάλες εμπορικές τράπεζες να επιστρέψουν τα καταβληθέντα ποσά που εισέπραξαν από δανειολήπτες στεγαστικών δανείων ως έξοδα για τη δήλωση των ακινήτων τους. Σύμφωνα με το σχετικό πόρισμα, το οποίο αναμένεται να δημοσιοποιηθεί το προσεχές διάστημα, η επιβάρυνση αυτή -το συνολικό ύψος της οποίας εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ- κρίνεται ως αδικαιολόγητος πλουτισμός με βάση το άρθρο 904 του Αστικού Κώδικα. Η σύσταση του ΣτΚ για την επιστροφή των ποσών αφορά μόνο τους καταγγέλλοντες πελάτες. Το τέλος ανά δικαίωμα βάσει της νομοθεσίας για το Εθνικό Κτηματολόγιο είχε οριστεί στα 35 ευρώ για κάθε ακίνητο.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_05/02/2010_389572

Αδικαιολόγητος πλουτισμός η είσπραξη κτηματόσημου από τις τράπεζες
Μάλιστα, σύμφωνα, με το σχετικό πόρισμά του, το οποίο αναμένεται να δημοσιοποιηθεί το προσεχές διάστημα, η επιβάρυνση αυτή -το συνολικό ύψος της οποίας εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ- κρίνεται ως αδικαιολόγητος πλουτισμός με βάση το άρθρο 904 του Αστικού Κώδικα. Επιπλέον, τίθεται και ζήτημα παραβίασης της νομοθεσίας περί της ενημέρωσης των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι τράπεζες επέβαλαν την επίμαχη χρέωση χωρίς να αποστείλουν καμιά ενημέρωση στους δανειολήπτες. Η σύσταση του ΣτΚ για την επιστροφή των ποσών αφορά μόνο τους καταγγέλλοντες πελάτες.

Υπενθυμίζεται ότι το τέλος ανά δικαίωμα βάσει της νομοθεσίας για το Εθνικό Κτηματολόγιο ορίστηκε στα 35 ευρώ για το ακίνητο, ενώ σε περίπτωση για παράδειγμα ύπαρξης και αποθήκης το τέλος ορίστηκε στα 25 ευρώ. Μάλιστα, οι κάτοχοι ακινήτων οι οποίοι είχαν λάβει για την αγορά αυτών στεγαστικά δάνεια επιβαρύνθηκαν στις περισσότερες των περιπτώσεων διπλά με το τέλος αυτό, καταβάλλοντάς το μια φορά όταν υπέβαλαν τη δήλωση στα κτηματολογικά γραφεία, ενώ στη συνέχεια είδαν να έχει παρακρατηθεί το ποσό αυτό και από το πιστωτικό ίδρυμα από το οποίο είχαν πάρει το δάνειο. Σημειώνεται ότι τα ακίνητα στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν προσημειωμένα.

Οπως υπογραμμίζει ο ΣτΚ «οι εν λόγω χρεώσεις θα πρέπει να επιβαρύνουν τις τράπεζες διότι διενεργούνται προς εξασφάλιση αποκλειστικά δικών τους δικαιωμάτων βάσει της νομοθεσίας για το Εθνικό Κτηματολόγιο και αποτελούν έξοδα που αφορούν τους δικαιούχους των εγγραπτέων δικαιωμάτων, εν προκειμένω τις τράπεζες και όχι τους καταναλωτές». Και προσθέτει ότι «οι καταγγέλλοντες δικαιούνται να αναζητήσουν τα ποσά που αχρεωστήτως κατέβαλαν με τις αυθαίρετες αυξήσεις των εν λόγω εξόδων (τέλη κτηματογράφησης και έξοδα δικηγόρων) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα».

Στην υπόθεση τίθεται και ζήτημα διαφάνειας στις τραπεζικές συναλλαγές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το πόρισμα του ΣτΚ οι δανειολήπτες ουδέποτε ενημερώθηκαν προσυμβατικά επαρκώς για το έξοδο και απλώς έλαβαν ένα ενημερωτικό σημείωμα ξαφνικά από την αντισυμβαλλόμενη τράπεζα ότι θα χρεωθούν με τα σχετικά έξοδα.

Μία, μάλιστα, από τις καταγγελλόμενες τράπεζες δεν απέστειλε καν αυτό το ενημερωτικό σημείωμα και οι δανειολήπτες είδαν ξαφνικά τη χρέωση αυτή στον λογαριασμό τους. Σύμφωνα με το πόρισμα του ΣτΚ «η εν λόγω συμπεριφορά της τράπεζας έθεσε σε κίνδυνο τους ανυποψίαστους δανειολήπτες να χρεωθούν με τόκους υπερημερίας για τη μερικώς ανεξόφλητη δόση τους, μέρος της οποίας παρακρατήθηκε από την τράπεζα για την κάλυψη των σχετικών εξόδων της». Η μη επαρκής ενημέρωση αντίκειται στις διατάξεις του νόμου 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτή στην Πράξη Διοικητή της ΤτΕ 2501/2002 η οποία περιλαμβάνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα.

Σύμφωνα με πληροφορίες μερίδα μόνο των τραπεζών προσανατολίζεται στο να αποδεχθεί τον εξώδικο συμβιβασμό με καταγγέλλοντες πελάτες και να επιστρέψει τα ποσά. Η αδιάλλακτη, ωστόσο, στάση των υπολοίπων προβληματίζει και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία μελετά το ενδεχόμενο να επιληφθεί του θέματος στο υπό κατάρτιση νομοσχέδιο για τη διαφάνεια στις τραπεζικές συναλλαγές.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_100027_05/02/2010_389569

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Παράνομοι τρεις τραπεζικοί όροι

Τέλος σε τρεις καταχρηστικές χρεώσεις στις τραπεζικές συναλλαγές βάζει ο Αρειος Πάγος με την απόφαση 2123/2009, ύστερα από συλλογική αγωγή κατά μεγάλης τράπεζας την οποία είχε υποβάλει η Ενωση Καταναλωτών Ποιότητα Ζωής (ΕΚΠΟΙΖΩ). Οι όροι, οι οποίοι, αμετάκλητα κρίθηκαν ως καταχρηστικοί, είναι οι ακόλουθοι:

- Επιβάρυνση 1,40 ευρώ για την κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου, για παράδειγμα όταν καταβάλλει το ενοίκιό του μέσω τραπέζης ή όταν προκαταβάλλει ποσό για κράτηση σε ξενοδοχείο. Δυστυχώς, η επιβάρυνση αυτή επιβάλλεται από τη συντριπτική πλειονότητα των τραπεζών και κυμαίνεται από 1,20 έως 1,50 ευρώ.

- Επιβάρυνση με 0,80 ευρώ ανά κίνηση σε περίπτωση που οι κινήσεις σε ένα λογαριασμό ταμιευτηρίου ή σε τρεχούμενο λογαριασμό είναι πάνω από τέσσερις μέσα σε ένα μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο 1.500 ευρώ ή περισσότερες από έξι τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο 1.500,01 έως 30.000 ευρώ ή περισσότερες από 20 το μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ ή περισσότερες από 50 τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ.

- Η καταβολή τόκου εκ μέρους του δανειολήπτη που επιβάλλει η τράπεζα στα στεγαστικά δάνεια όταν γίνεται σταδιακή αποδέσμευση του δανείου. Σύμφωνα με την απόφαση, ο τόκος από την πλευρά της τράπεζας πρέπει να επιβάλλεται μόνο στο ποσό το οποίο βρίσκεται στη διάθεση του δανειολήπτη, δηλαδή στο υπόλοιπο του ποσού που παραμένει στον τραπεζικό λογαριασμό και όχι στο σύνολο του δανείου.

Η απόφαση αναπέμπει στο Εφετείο το αίτημα της ΕΚΠΟΙΖΩ για την αναγνώριση δικαιώματος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 100.000 ευρώ.

Mε την αμετάκλητη απόφαση οι καταναλωτές μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή των χρημάτων που έχουν υποχρεωθεί να καταβάλουν.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_17/11/2009_361580

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009

Στον Αρειο Πάγο τρεις όροι συναλλαγών

Τρεις όροι συναλλαγών τράπεζας να κριθούν παράνομοι και καταχρηστικοί πρότεινε κατά τη χθεσινή συζήτηση στο Δ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου, η εισηγήτρια της υπόθεσης. Σχετική αίτηση είχε κατατεθεί από την «Ενωση Καταναλωτών η Ποιότητα Ζωής» (ΕΚΠΟΙΖΩ), που είχε ήδη δικαιωθεί από το Πρωτοδικείο και το Εφετείο Αθηνών. Η αρεοπαγίτης, κ. Δ. Υφαντή, θεωρεί ότι πρέπει να κριθούν παράνομοι και καταχρηστικοί οι εξής όροι:
— Η προμήθεια 1,40 ευρώ που εισπράττει η τράπεζα για κάθε κατάθεση που γίνεται από τρίτο πρόσωπο σε λογαριασμό πελάτη της.
— Η προμήθεια 0,80 ευρώ ανά συναλλαγή που εισπράττει η τράπεζα για κάθε κίνηση λογαριασμού (ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου) που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο 1.500 ευρώ ή περισσότερες από έξι τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο 1.500,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ ή περισσότερες από 20 τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ ή περισσότερες από 50 τον μήνα και ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ.
— Η καταβολή τόκου εκ μέρους του δανειολήπτη που επιβάλλει η τράπεζα στα στεγαστικά δάνεια, όταν γίνεται σταδιακή αποδέσμευση του δανείου. Οπως υπογραμμίζει η κ. Υφαντή, ο τόκος από την πλευρά της τράπεζας δεν πρέπει να επιβάλλεται στο σύνολο του δανείου, αλλά μόνο στο ποσό, το οποίο «βρίσκεται στη διάθεση του δανειολήπτη».
Η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου αναμένεται εντός τριών μηνών.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_1_29/09/2009_331091

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Ως εδώ κυρίες τράπεζες

Αμεσα εφαρμοστέες θα είναι πλέον οι υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες απαγορεύεται στις τράπεζες να εφαρμόζουν όρους που έχουν κριθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ως καταχρηστικοί.

Οι όροι αυτοί αφορούν στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, τήρηση καταθετικών λογαριασμών κ.λπ. Επειτα από προσφυγές καταναλωτικών οργανώσεων, και κυρίως της ΕΚΠΟΙΖΩ, εκδόθηκαν αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, που χαρακτήριζαν καταχρηστικούς τους όρους των συμβάσεων, ενώ το υπουργείο Ανάπτυξης προχώρησε στην έκδοση απόφασης που υποχρέωνε τις τράπεζες να συμμορφωθούν. Ωστόσο οι τράπεζες συνέχιζαν να μην εφαρμόζουν την απόφαση στο σύνολό της, ενώ προσέφυγαν και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της υπουργικής απόφασης.

Με την απόρριψη της προσφυγής, οι υπουργικές αποφάσεις αυτής της κατηγορίας ισχύουν. Ετσι, οι τράπεζες κατά τις συναλλαγές τους με καταναλωτές απαγορεύεται να εισπράττουν ποσά τα οποία αφορούν:

* Σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου:

1 Είσπραξη εξόδων χρηματοδότησης, προέγκρισης δανείων ή εξέτασης αιτήματος δανείου, ανάλογα με το ποσό του δανείου.

2 Προμήθεια ή έξοδα φακέλου.

3 Καταγγελία της δανειακής σύμβασης και την αναζήτηση του συνόλου του ανεξόφλητου ποσού με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή των τόκων.

4 Εκχώρηση και μεταβίβαση στην τράπεζα των ενοικίων ακινήτου, ως πρόσθετη ασφάλεια, εφ' όσον η τράπεζα απαιτεί επιπλέον από τον καταναλωτή να εγγράψει, υπέρ αυτής, προσημείωση για ποσό που υπερκαλύπτει το ύψος του δανείου και, επιπροσθέτως, εγγυάται για το δάνειο αυτό και κάποιο άλλο πρόσωπο.

5 Καταβολή ποινής προεξόφλησης.

6 Υπολογισμό τόκων με βάση τις 360 και όχι τις 365 ημέρες.

7 Παραίτηση του εγγυητή από νόμιμα δικαιώματά του.

* Σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών:

8 Επιβολή προμήθειας σε περίπτωση που ο καταναλωτής κάνει ανάληψη μετρητών με τη μορφή δανείου από πιστωτική κάρτα.

9 Αυθαίρετη και αναιτιολόγητη αύξηση του επιτοκίου στις πιστωτικές κάρτες, χωρίς να το προσδιορίζει επακριβώς, να το συνδέει και να το προσαρμόζει με επιτόκιο αναφοράς, π.χ. Euribor ή επιτόκιο ΕΚΤ.

10 Αναγκαστική επιβολή πρόσθετων χρεώσεων και οφειλών από πιστωτική κάρτα, ακόμα και αν ο καταναλωτής δεν αντιδράσει εγκαίρως και σύμφωνα με τις προθεσμίες που του έχει ορίσει η τράπεζα.

11 Μονομερή αναπροσαρμογή της ετήσιας συνδρομής πιστωτικής κάρτας, χωρίς, προηγουμένως, να ενημερώνεται ο κάτοχος-καταναλωτής.

12 Παρακράτηση προμήθειας ή επιβολής εξόδων για τη χορήγηση βεβαίωσης οφειλών.

13 Απροειδοποίητη ή αναιτιολόγητη καταγγελία, εκ μέρους της τράπεζας, της σύμβασης πίστωσης ή στη μονομερή απαγόρευση χρήσης της κάρτας, ή στη μονομερή τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης.

* Σε συμβάσεις λογαριασμού κατάθεσης:

14 Επιβολή χρεώσεων σε λογαριασμούς με καταθέσεις χρημάτων, κάτω από το όριο που η ίδια η τράπεζα καθορίζει.

Ολοι οι παραπάνω όροι, που πολλές φορές αποτελούσαν τα «ψιλά γράμματα» των συμβάσεων, θα πρέπει να διαγραφούν, ενώ το υπουργείο αναμένεται να εκδώσει αντίστοιχες αποφάσεις, για όρους οι οποίοι θα κριθούν αμετάκλητα ως καταχρηστικοί με δικαστικές αποφάσεις.

http://www.enet.gr/?i=news.el.oikonomia&id=37065

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Παράνομοι και καταχρηστικοί όροι τραπεζικών συμβάσεων

[αναδημοσίευση - άνευ άδειας - από το το antinews]

1. Η με αριθ. 1219/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε επί συλλογικής αγωγής που είχε ασκήσει η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατά της CITIBANK.

Η απόφαση θεωρεί ως παράνομες και καταχρηστικές τις επιβαρύνσεις που επιβάλει η τράπεζα σε λογαριασμούς καταθέσεων και καταγράφει ως καταχρηστικούς μία σειρά γενικών όρων συναλλαγών («ψιλά γράμματα») που χρησιμοποιούν σήμερα οι τράπεζες στις συμβάσεις πιστωτικών καρτών. Είναι δε τέτοιο το μέγεθος των παρανομιών και καταχρηστικών όρων που διαπιστώνονται ώστε να ανατρέπονται στην κυριολεξία τα σημερινά δεδομένα στον τομέα πιστωτικών καρτών.

Η απόφαση έκρινε καταρχήν ως καταχρηστικό τον όρο με βάση τον οποίο η CITIBANK επέβαλε μηνιαία έξοδα 5.000 δραχμές σε όσους λογαριασμούς καταθέσεων δεν υπερέβαιναν το όριο των 5.000.000 δραχμών.

Ο Άρειος Πάγος κρίνει εξάλλου ότι το ανώτατο όριο των εξωτραπεζικών επιτοκίων, το ανώτατο δηλαδή επιτόκιο με το οποίο μπορεί κάποιος να δανείσει χρήματα, δεσμεύει και τις τράπεζες. Το όριο αυτό που σήμερα είναι …….9,0% απαγορεύεται να υπερβαίνουν και οι τράπεζες. Επομένως, τα επιτόκια πιστωτικών καρτών που σήμερα κυμαίνονται στο ύψος του 17%, είναι άκυρα κατά το μέρος που υπερβαίνουν το νόμιμο επιτόκιο, οι δε καταναλωτές δικαιούνται να αξιώσουν την επιστροφή των τόκων που κατέβαλαν πάνω από το ισχύον κάθε φορά δικαιοπρακτικό επιτόκιο.

Παράνομοι και καταχρηστικοί είναι επίσης οι όροι που:

  • Προβλέπουν προμήθεια της τράπεζας για την ανάληψη δανείου μέσω της πιστωτικής κάρτας,
  • Μετακυλύουν στον κάτοχο της κάρτας την ευθύνη για κάθε παράνομη χρήση της πιστωτικής κάρτας που έγινε εξαιτίας κλοπής ή απώλειάς της, δίχως να εξαρτούν την ευθύνη αυτή από υπαιτιότητα του καταναλωτή ,
  • Προβλέπουν την δυνατότητα της τράπεζας να μεταβάλει (αυξάνει) μονομερώς το επιτόκιο, δίχως να αναφέρονται στην σύμβαση συγκεκριμένα και εύλογα κριτήρια με βάση τα οποία θα γίνει η αύξηση,
  • Καθορίζουν ως αποκλειστικά αρμόδια για την εκδίκαση των διαφορών μεταξύ της τράπεζας και των πελατών τα δικαστήρια των Αθηνών με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται και να δυσχεραίνονται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους οι καταναλωτές από άλλες πόλεις,
  • Προβλέπουν ότι αν ο καταναλωτής δεν αντιδράσει σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, σημαίνει ότι ο καταναλωτής έλαβε το μηνιαίο λογαριασμό από την τράπεζα και δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει.
  • Στερούν σε κάθε περίπτωσης την δυνατότητα του καταναλωτή να προβάλει κατά της τράπεζας ενστάσεις που έχει κατά του προμηθευτή,
  • Προβλέπουν την δυνατότητα μονομερούς αναπροσαρμογής της συνδρομής.

Ως καταχρηστικοί κρίθηκαν στην ίδια υπόθεση ( από το Πολυμελές Πρωτοδικείο και το Εφετείο, ενώ η καταχρηστικότητά τους δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου), και οι γενικοί όροι που προβλέπουν την δυνατότητα της τράπεζας:

  • Να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης,

Να καταγγέλλει την σύμβαση ή να διακόπτει την χρήση της κάρτας χωρίς σπουδαίο λόγο ή την τήρηση ορισμένης προθεσμίας

*********************************************************************

Καταχρηστικοί όροι στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων

Αριθμός Απόφασης 5253/2003 Εφετείο Αθηνών

  • ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ.
  • Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ.
  • ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ 3.000 ΕΥΡΩ.

Μία απόφαση-σταθμός για την προστασία των καταναλωτών που παίρνουν στεγαστικά δάνεια εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών επί συλλογικής αγωγής της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατά της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Πρόκειται για την με αριθμό 5253/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διαπιστώνει δεκαπέντε παράνομους όρους που οδηγούν σε αυθαίρετες χρεώσεις, αδιαφάνεια και υπονόμευση των δικαιωμάτων των δανειοληπτών.

Ειδικότερα, με την με αριθμό 5253/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επιβεβαιώνεται η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης και κρίνονται παράνομοι και καταχρηστικοί οι ακόλουθοι όροι και πρακτικές:

  • η είσπραξη από την τράπεζα για τη χορήγηση του δανείου εξόδων χρηματοδότησης, ύψους μάλιστα 1% επί του ποσού του δανείου,
  • η είσπραξη εξόδων φακέλου,
  • η αξίωση της τράπεζας, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δανείου, να καταβάλει ο δανειολήπτης ποσό ύψους 2,5% επί του ποσού που αφορά η πρόωρη προεξόφληση, σε δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο,
  • η δυνατότητα της τράπεζας να προσαρμόζει μονομερώς το επιτόκιο στα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, δίχως η προσαρμογή αυτή να είναι σε συνάρτηση με κάποιο εύλογο κριτήριο (λ.χ. το διατραπεζικό επιτόκιο euribo, επιτόκιο ΕΚΤ) ή να αξιώνει την επιστροφή του δανείου αν ο λήπτης του δανείου δεν αποδεχθεί την προσαρμογή,
  • η δυνατότητα της τράπεζας να καταγγέλλει τη σύμβαση σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης,
  • η εκχώρηση από τον δανειολήπτη των μισθωμάτων του ακινήτου στην τράπεζα προς πρόσθετη διασφάλισή της,
  • η επιφύλαξη της δυνατότητας είσπραξης από την τράπεζα προμήθειας κατά τη διάρκεια του δανείου.

Καταχρηστικοί κρίνονται ακόμη έξι όροι που υποχρεώνουν το πρόσωπο που υπογράφει ως εγγυητής τη σύμβαση δανείου να παραιτηθεί από τα δικαιώματα και τις ενστάσεις του (άρθρα 862 - 868 Αστικού Κώδικα), όπως ιδίως:

  • να μην ελευθερώνεται ο εγγυητής αν η τράπεζα από δικό της πταίσμα δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί από τον δανειολήπτη ή αν η τράπεζα παραιτήθηκε από άλλες ασφάλειες που υπήρχαν για το δάνειο,
  • να διαιωνίζεται η ευθύνη του εγγυητή ακόμα και όταν η τράπεζα δεν επιδιώκει σε ορισμένες προθεσμίες δικαστικά την ικανοποίησή της από τον δανειολήπτη, μολονότι η οφειλή του δανειολήπτη είναι ληξιπρόθεσμη.

Η αγωγή της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. στρεφόταν κατά της Εμπορικής Τράπεζας. Ωστόσο, η απόφαση ισχύει για όλες τις τράπεζες, καθώς μάλιστα όλες σχεδόν χρησιμοποιούν τους παραπάνω όρους. Όπως, ρητά αναφέρει το Εφετείο Αθηνών σε αυτή, «η απόφαση παράγει τα αποτελέσματά της έναντι πάντων και αν δεν ήταν διάδικοι και, επομένως, όσα αυτή καθορίζει ισχύουν και για τις άλλες τράπεζες».

Αριθμός Απόφασης 430/2005 Αρείου Πάγου

Η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. και οι καταναλωτές κέρδισαν άλλη μία μάχη έναντι των τραπεζών

Μία νέα τεράστια επιτυχία της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. στο δικαστικό αγώνα που διεξάγει για την προστασία των καταναλωτών από παράνομες τραπεζικές χρεώσεις, με την με αριθμό 430/2005 απόφασή του ο Άρειος Πάγος κρίνει, οριστικά και αμετάκλητα, ως καταχρηστικές δύο ακόμη πρακτικές των τραπεζών:

  • Ο Άρειος Πάγος επιβεβαιώνει ότι είναι καταχρηστικός ο όρος με τον οποίο οι καταναλωτές υποχρεώνονται να καταβάλλουν στις τράπεζες, όταν εξοφλούν πρόωρα στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο, ποσό που συνήθως ανέρχεται στο 2,5% επί του προεξοφλούμενου κεφαλαίου του δανείου.

Με την αιτιολογία που αναφέρει ο Άρειος Πάγος στην ανωτέρω απόφαση δεν αφήνει κανένα περιθώριο να συνεχισθεί, με οποιαδήποτε μορφή, η παράνομη αυτή πρακτική των τραπεζών, για τα δάνεια κυμαινομένου επιτοκίου. Αντίθετα ο Άρειος Πάγος θέτει όρια και περιορισμούς για την επιβολή κάποιας επιβάρυνσης ακόμη και στα δάνεια με σταθερό επιτόκιο.

  • Με την ίδια απόφασή του ο Άρειος Πάγος κρίνει επίσης καταχρηστικό τον όρο σύμφωνα με τον οποίο η τράπεζα υπολογίζει τους τόκους με έτος 360 ημερών, αντί των 365 ή 366, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται οι δανειολήπτες.

Η παραπάνω απόφαση αφορούσε σε συλλογική αγωγή της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατά Εμπορικής τράπεζας, με την οποία τόσο πρωτόδικα όσο και στο Εφετείο είχαν κριθεί καταχρηστικοί και παράνομοι 15 όροι των συμβάσεων στεγαστικών δανείων. Όμως η εναγόμενη τράπεζα προσέφυγε στον Άρειο Πάγο μόνον για τρεις από αυτούς, με αποτέλεσμα η παρανομία των υπολοίπων όρων να καταστεί πλέον αμετάκλητη.

Με δεδομένο λοιπόν ότι οι αποφάσεις επί της συγκεκριμένης συλλογικής αγωγής έχουν πλέον καταστεί αμετάκλητες η Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κάλεσε τους αρμόδιους φορείς, Υπουργείο Ανάπτυξης, Τράπεζα Ελλάδος, να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν και να φροντίσουν για την εφαρμογή της διαφάνειας και νομιμότητας, υποχρεώνοντας όλες τις τράπεζες που έχουν τους αντίστοιχους όρους, σε απάλειψη των καταχρηστικών όρων από τις συμβάσεις στεγαστικών δανείων.

  • Με τις παρεμβάσεις της ΕΚΠΟΙΖΩ για λογαριασμό των καταναλωτών - μελών της έχουν επωφεληθεί εκατοντάδες καταναλωτών και έχουν υποχρεωθεί οι ασφαλιστικές εταιρείες να λύσουν το πρόβλημα τους.
  • Με τις υπεύθυνες και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις της ΕΚΠΟΙΖΩ σε θεσμικό επίπεδο, έχει συμβάλει σημαντικά στην διαμόρφωση και εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας αλλά και νομολογίας.


Με βάση τις συλλογικές έχετε τη δυνατότητα:
Επιστροφή σημαντικών ποσών στους δανειολήπτες που είχαν πάρει στεγαστικά δάνεια μέχρι και το 2002.

Μια ακόμα μεγάλη νίκη της ΕΚΠΟΙΖΩ!!!!!!!!

Καταχρηστικός ο τρόπος προσδιορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου. Οι τράπεζες όφειλαν να μειώνουν το επιτόκιο του δανείου τους.

Mία μεγάλη αδικία σε βάρος των καταναλωτών που έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο μέχρι και τις αρχές του 2003 αποκαθίσταται με αποφάσεις των Δικαστηρίων.
Στις συμβάσεις που είχαν συναφθεί έως τότε οι τράπεζες διατηρούσαν με σχετικό όρο τη δυνατότητα να καθορίζουν εντέλει μονομερώς το κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου. Ο όρος αυτός είχε κριθεί με δικαστικές αποφάσεις (και του Αρείου Πάγου) που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών της ΕΚΠΟΙΖΩ καταχρηστικός.
Οι τράπεζες θα έπρεπε να έχουν αναφέρει στις συμβάσεις τους κριτήρια με βάση τα οποία θα διακυμαίνεται το επιτόκιο του δανείου. Τέτοια κριτήρια είναι αυτά που αντικατοπτρίζουν το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες. Οι τελευταίες όφειλαν λοιπόν να μειώνουν τα επιτόκια όταν το κόστος του χρήματος γινόταν φθηνότερο για τις ίδιες.

Την περίοδο 2001-2003 υπήρξε μία ραγδαία πτώση του κόστους του χρήματος για τις τράπεζες. Τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα διατραπεζικά επιτόκια μειώθηκαν την περίοδο αυτή κατά 2,75 εκατοστιαίες μονάδες. Οι τράπεζες, ωστόσο, δεν μείωναν ή προέβαιναν σε μικρότερες μειώσεις των κυμαινόμενων επιτοκίων των στεγαστικών δανείων. Το αποτέλεσμα ήταν όσοι είχαν στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο την παραπάνω περίοδο (ιδίως 2001 και 2002) να πληρώσουν τα επόμενα χρόνια, και μάλιστα - όσοι δεν μετέτρεψαν τα δάνειά τους - να πληρώνουν ακόμη και σήμερα, περισσότερους τόκους από όσους θα όφειλαν να πληρώσουν.

Αξιοποιώντας τις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί συλλογικών αγωγών της ΕΚΠΟΙΖΩ, καταναλωτές απαίτησαν την επιστροφή χρημάτων εξαιτίας των υψηλότερων δόσεων που κατέβαλλαν. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών έκρινε πράγματι ότι τα επιτόκια θα έπρεπε να διαμορφώνονται με αναφορά στο παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με δεδομένο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δανειοληπτών είχε λάβει κατά την παραπάνω περίοδο δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, είναι φανερό ότι είναι δεκάδες χιλιάδες οι δανειολήπτες που δικαιούνται επιστροφή χρημάτων εξαιτίας του γεγονότος ότι οι δόσεις που κατέβαλαν έχουν υπολογισθεί με υψηλότερο επιτόκιο. Στους δανειολήπτες που δικαιώθηκαν επιστρέφονται ποσά από 3.100 έως 11.900 ευρώ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες, όταν εκτίμησαν ότι το κόστος του χρήματος (τα παρεμβατικά επιτόκια της ΕΚΤ, διατραπεζικά επιτόκια) είχε περιέλθει στα κατώτερα επίπεδα, και πλέον θα ακολουθούσε ανοδική πορεία, εισήγαγαν τότε το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ ως βάση για τον προσδιορισμό του επιτοκίου στα στεγαστικά δάνεια. Έτσι τα τελευταία δύο έτη που τα επιτόκια κόστους του χρήματος ακολουθούν ανοδική πορεία προβαίνουν σε ανάλογες αυξήσεις στα επιτόκια των τρεχόντων δανείων. Την εποχή, ωστόσο, που τα επιτόκια είχαν καθοδική πορεία δεν προέβαιναν σε ανάλογες μειώσεις. Μάλιστα, ενώ χορηγούσαν, ιδίως από τα μέσα του 2003 και μετά, δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο στους νέους δανειολήπτες σε χαμηλότερα επίπεδα, με διάφορα καταχρηστικά και παράνομα τεχνάσματα διατηρούσαν στους καταναλωτές που είχαν λάβει στεγαστικό δάνειο την προηγούμενη περίοδο το κυμαινόμενο επιτόκιο του δανείου τους σε υψηλότερα επίπεδα.

Οι καταναλωτές, στηριζόμενοι στη νομολογία των παραπάνω αποφάσεων, μπορούν και οφείλουν να αντιδράσουν στην εκμετάλλευση που υπέστησαν. Τούτο όχι μόνο γιατί και τα ποσά τα οποία δικαιούνται είναι ιδιαίτερα αξιόλογα. Αλλά και γιατί μόνο η διεκδίκηση και επιστροφή των χρημάτων μπορεί να αποθαρρύνει τις τράπεζες από άλλες ανάλογες πρακτικές.

**********************************************************************

Καταχρηστικοί όροι στους καταθετικούς λογαριασμούς

Με τις με αριθμό 711/2007 και 961/2007 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκαν μετά από συλλογικές αγωγές της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατά δύο μεγάλων τραπεζών κρίνονται καταχρηστικοί 14 όροι που προβλέπουν την επιβολή προμηθειών ή (δήθεν) εξόδων για τραπεζικές εργασίες ή προβλέπουν αυθαιρεσίες στη διαμόρφωση των επιτοκίων.

Πρόκειται για πλήθος όρων που κατά περίπτωση βρίσκουν εφαρμογή στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, επιβαρύνοντας αδικαιολόγητα τις καθημερινές συναλλαγές των καταναλωτών με τις τράπεζες.

Ειδικότερα, καταχρηστικοί κρίνονται με τις παραπάνω αποφάσεις μεταξύ άλλων οι όροι που ενυπάρχουν στους λογαριασμούς καταθέσεων και προβλέπουν:

  • την επιβολή προμήθειας για κατάθεση στο λογαριασμό τρίτου (1,40 ευρώ),
  • την επιβολή εξόδων κίνησης σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου ή τρεχούμενους (0,80 ευρώ ανά κίνηση μετά την τέταρτη κίνηση κάθε μήνα),
  • την επιβολή επιβάρυνσης στον δανειολήπτη 50 ευρώ για τη χορήγηση από την τράπεζα βεβαίωσης οφειλών,
  • την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων,
  • την μονομερή μεταβολή των όρων λειτουργίας των λογαριασμών καταθέσεων,
  • τον μονομερή καθορισμό των ημερών δέσμευσης και διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας αναφορικά με ποσά που κατατίθενται.
  • την επιβολή εξόδων αδράνειας (0,60 ή 1,00 ευρώ ανά μήνα) σε καταθετικούς λογαριασμούς που παραμένουν ακίνητοι για διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών,
  • τον περιορισμό της ευθύνης της τράπεζας σε περίπτωση που γίνει παράνομη χρήση του απωλεσθέντος ή κλαπέντος βιβλιαρίου καταθέσεως
http://www.antinews.gr/?p=4240

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Καταχρηστικές οι χρεώσεις για τα δικαιώματα στο Κτηματολόγιο, λέει ο Συνήγορος Καταναλωτή

Λέτε να μην περάσει των τραπεζών;
Γιατί όχι, τόσα λεφτά τους χρωστάει το Δημόσιο, ας του κάνουν και λίγο σκόντο!!

Να μην καταβάλουν προς τις τράπεζες τέλη εγγραφής και έξοδα εγγραφής
εμπράγματων δικαιωμάτων στο Κτηματολόγιο και να διεκδικήσουν, ως αχρεωστήτως
καταβληθέντα, τυχόν μονομερώς εισπραχθέντα ποσά εκ μέρους των τραπεζών, συνιστά
στους δανειολήπτες ο Συνήγορος του Καταναλωτή Ευαγ.Ζερβέας.
Ο κ. Ζερβέας
καλεί την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών να παρέμβει στα μέλη της και κάθε μία τράπεζα
ατομικά να απόσχει από την επιβολή αθέμιτων χρεώσεων κατά των δανειοληπτών -
καταναλωτών για δικαιώματα και έξοδα εγγραφής εμπράγματων δικαιωμάτων της στο
Εθνικό Κτηματολόγιο και να επιστρέψει άμεσα στους καταναλωτές τυχόν ήδη
εισπραχθέντα αχρεωστήτως για την αιτία αυτή τέλη.
Συγκεκριμένα, από αναφορές που υπέβαλαν δανειολήπτες στον Συνήγορο του
Καταναλωτή, διαπιστώθηκε ότι οι τράπεζες χρεώνουν ή επιχειρούν να χρεώσουν τους
δανειολήπτες, συχνά με απευθείας ανάληψη από τον λογαριασμό τους, έξοδα και τέλη
καταχώρησης εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο Κτηματολόγιο, ύψους 105 ευρώ, ήτοι 35
ευρώ για το τέλος εγγραφής συν 70 ευρώ για «έξοδα».
Ωστόσο, όπως σημειώνεται στη σχετική ανακοίνωση:
- Βάσει των Νόμων 2664/1998 και 3587/2007 για το Εθνικό Κτηματολόγιο, και
των ερμηνευτικών τους εγκυκλίων, τα πάγια ανταποδοτικά, υπέρ του Οργανισμού
Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, τέλη και τα λοιπά υπέρ του
Δημοσίου και τρίτων δικαιώματα για τις κτηματολογικές εγγραφές βαρύνουν τον
δανειστή ο οποίος εγγράφει υποθήκη, προσημείωση υποθήκης ή άλλη δέσμευση της
εξουσίας διάθεσης σε δικαίωμα
, άρα η καταβολή οποιουδήποτε τέλους
γίνεται για την εξασφάλιση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των ίδιων των τραπεζών
για χορηγηθέντα στεγαστικά και άλλα δάνεια προς τους δανειολήπτες.
- Κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης κατ' εφαρμογή των σχετικών Γενικών
Όρων Συναλλαγών (ΓΟΣ), οι δανειολήπτες έχουν ήδη καταβάλει τα σχετικά
έξοδα δανείου
, όπως και να περιγράφονται αυτά από κάθε δανείστρια
τράπεζα (έξοδα φακέλου, δικηγόρου, εγγραφής προσημείωσης υποθήκης κ.λπ.),
συνεπώς οι τράπεζες δεν δικαιούνται να μετακυλύουν μονομερώς και εκ των υστέρων
στον δανειολήπτη καταναλωτή έξοδα που γίνονται αποκλειστικά και μόνο προς δική
τους εξασφάλιση.
- Παρόμοιες πρακτικές των τραπεζών με επιβολή εφάπαξ επιβαρύνσεων κατά των
δανειοληπτών (όπως «έξοδα χρηματοδότησης», «προμήθεια φακέλου» κ.ά.) με
μονομερείς εκ μέρους των τραπεζών τροποποιήσεις των Γενικών Όρων Συναλλαγών
(ΓΟΣ), έχουν κριθεί, κατόπιν συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών, παράνομες
και καταχρηστικές από τα δικαστήρια (ΕφΑθ 5253/2003, ΠολΠρωτΑθ 961/2007).
- Η επιχειρούμενη εκ μέρους των τραπεζών είσπραξη των ως άνω μη οφειλομένων
ποσών εκ μέρους των δανειοληπτών είναι παράνομη και καταχρηστική βάσει
του Ν.2251/1994
για την προστασία του καταναλωτή, όπως τροποποιήθηκε με
το Ν.3587/2007, και των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 904
επ.ΑΚ.
Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

Καταχρητικοί τρεις όροι τραπεζικών συναλλαγών

Η απόφαση ως τελεσίδικη είναι πλέον εκτελεστή.
Ειδικότερα η απόφαση αφορά τους εξής όρους:

Καταχρηστικός κρίνεται ο όρος που επιβάλλει στον καταναλωτή να καταβάλει στην τράπεζα επιβάρυνση 1,40 ευρώ, όταν καταθέτει χρήματα στον καταθετικό λογαριασμό ενός τρίτου (λ.χ. για το ενοίκιο, σε φιλικό του ή συγγενικό του πρόσωπο, για οποιαδήποτε αιτία).
Πρόκειται για χρέωση που προβλέπει η συντριπτική πλειοψηφία των τραπεζών και ανέρχεται συνήθως από 1,20 έως 1,50 ευρώ.

Καταχρηστικός κρίνεται ο όρος που προβλέπει ότι στην περίπτωση που οι κινήσεις ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα, ο κάτοχος του λογαριασμού επιβαρύνεται με 0,80 ευρώ για κάθε κίνηση.

Καταχρηστικός κρίνεται ο όρος που προβλέπει, για την περίπτωση στεγαστικού δανείου που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ή ανέγερση κατοικίας, ότι το δάνειο κατατίθεται σε δεσμευμένο λογαριασμό και, ενώ ο δανειολήπτης το αναλαμβάνει τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, επιβαρύνεται με τους τόκους του δανείου από την ημέρα που κατατίθεται το ποσό στο δεσμευμένο λογαριασμό, με αποτέλεσμα ο δανειολήπτης να πληρώνει τόκους για κεφάλαια του δανείου, τα οποία, στην πραγματικότητα, δεν είχαν περιέλθει σε αυτόν.

Επίσης:
Παράνομες κρίθηκαν από το Εφετείο τραπεζικές χρεώσεις σε βάρος καταναλωτών
-την επιβάρυνση του καταναλωτή που χρησιμοποιεί την πιστωτική κάρτα ως μέσο πίστωσης με τόκους αναδρομικά από την ημέρα διεξαγωγής της συναλλαγής και όχι με την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής που αναγράφεται στο μηνιαίο λογαριασμό που του αποστέλλεται (γεγονός που συνεπάγεται την επιβάρυνση του καταναλωτή με τόκους κατά μέσο όρο 35 ημερών)
-την επιβολή εξόδων για τις αναλήψεις μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσό ανάληψης (από 3 έως 20 ευρώ)
-την καταστρατήγηση της διαφάνειας του κυμαινόμενου επιτοκίου στις πιστωτικές κάρτες με τη δυνατότητα της τράπεζας για μεγαλύτερη αναπροσαρμογή από αυτή που προκύπτει από την αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή τη δυνατότητα της τράπεζας να μη μειώσει το επιτόκιο όταν η πορεία των επιτοκίων της ΕΚΤ είναι καθοδική
-την επιβολή εξόδων αδράνειας (0,60 ή 1,00 ευρώ ανά μήνα) σε καταθετικούς λογαριασμούς που παραμένουν ακίνητοι για διάστημα μεγαλύτερο των 18 μηνών
-τη δυνατότητα της τράπεζας να διαφοροποιεί τα επιτόκια καταθέσεων ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού
-τον περιορισμό της ευθύνης της τράπεζας σε περίπτωση που γίνει παράνομη χρήση του απολεσθέντος ή κλαπέντος βιβλιαρίου καταθέσεως
-την επιβολή εξόδων τήρησης και παρακολούθησης στους λογαριασμούς καταθέσεων.

Επίσης, κατά τη συζήτηση της έφεσης που είχε ασκήσει η Εθνική Τράπεζα κατά της πρωτόδικης απόφασης παραιτήθηκε από ένα μέρος της έφεσής της, δηλώνοντας ότι παύει τη χρήση των ακόλουθων επίσης όρων που κρίθηκαν πρωτοδίκως καταχρηστικοί και προβλέπουν:
- την επιβολή εξόδων για την εξέταση αιτήματος δανειοδότησης που κλιμακώνονται ανάλογα με το ποσόν του στεγαστικού δανείου (από 550 έως 1.500 ευρώ)
- την επιβολή επιβάρυνσης στο δανειολήπτη 50 ευρώ για τη χορήγηση από την τράπεζα βεβαίωσης οφειλών
- τη μονομερή μεταβολή των όρων λειτουργίας των λογαριασμών καταθέσεων,
- το μονομερή καθορισμό των ημερών δέσμευσης και διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας αναφορικά με ποσά που κατατίθενται.

Τέλος,
Παράνομες 14 χρεώσεις και προμήθειες που επιβάλλουν οι τράπεζες (Πρωτοδικείο)
Οι δεκατέσσερις όροι
Αναλυτικά, οι επίμαχοι 14 όροι, όπως γράφει η εφημερίδα Έθνος, είναι:
1. Όποιος εξοφλεί ένα μέρος του λογαριασμού της πιστωτικής κάρτας ή την προβλεπόμενη ελάχιστη καταβολή χρεώνεται με τόκο αναδρομικά από τη μέρα της συναλλαγής (π.χ. αγοράς ενός προϊόντος) και όχι από την ημερομηνία εξόφλησης που αναφέρεται στο λογαριασμό. Έτσι όμως ο καταναλωτής επιβαρύνεται και πριν από την καθυστέρηση (υπερημερία) καταβολής του ποσού με τόκους 35 ημερών κατά μέσο όρο.
2. Έξοδα από 3 έως 20 ευρώ, που κλιμακώνονται ανάλογα, όταν γίνεται ανάληψη μετρητών μέσω πιστωτικής κάρτας. Κρίνονται αβάσιμοι οι τραπεζικοί ισχυρισμοί περί λειτουργικών εξόδων και μάλιστα τέτοιου ύψους.
3. Έξοδα για εξέταση αιτήματος δανειοδότησης που κυμαίνονται από 550-1.500 ευρώ, χωρίς να προκύπτει πως υπολογίζονται τόσο δυσανάλογα αυξημένα ποσά, τα οποία χρεώνονται ακόμα και εάν δεν εγκριθεί το στεγαστικό δάνειο.
4. Προμήθεια 1,40 ευρώ για κατάθεση ποσού στο λογαριασμό ενός τρίτου προσώπου, παρόλο που η κατάθεση λειτουργεί υπέρ του πελάτη της τράπεζας, αλλά και υπέρ της ιδίας (μεγαλύτερη ρευστότητα χρημάτων), ενώ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως κόστος για την έκδοση απόδειξης.
5. Προμήθεια ή έξοδα 50 ευρώ για να χορηγηθεί βεβαίωση οφειλών σε όποιον θέλει να μεταφέρει το χρέος του σε άλλη τράπεζα. Τα λειτουργικά αυτά έξοδα είναι αδιευκρίνιστα και δυσανάλογα υψηλά, παρόλο που η έκδοση της βεβαίωσης γίνεται σύντομα και με ευχέρεια μέσω Η/Υ.
6. Στα στεγαστικά δάνεια η τράπεζα καταθέτει το ποσό σε δεσμευμένο καταθετικό λογαριασμό και η λήψη των χρημάτων γίνεται σταδιακά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Εντούτοις, ο δανειολήπτης επιβαρύνεται με τόκους από την ημέρα κατάθεσης και για όλο το ποσό, αν και δεν βρίσκεται στη δική του, αλλά στη διάθεση της τράπεζας.
7. Έξοδα κίνησης σε λογαριασμούς τρεχούμενους ή Ταμιευτηρίου, που ανέρχονται σε 0,80 ευρώ ανά κίνηση μετά την τέταρτη κίνηση του λογαριασμού ανά μήνα (το ποσό ποικίλλει ανάλογα με το ύψος της κατάθεσης). Έτσι όμως η τράπεζα, ενώ «δανείζεται» χρήματα από καταναλωτές με πολύ ευνοϊκούς όρους, μετακυλίει σε αυτούς το λειτουργικό κόστος, αντισταθμίζοντάς το με τα επιτόκια καταθέσεων και χρεώνοντας προκαταβολικά την υπηρεσία φύλαξης-διαχείρισης των χρημάτων.
8. Έξοδα αδράνειας (0,60-1 ευρώ μηνιαίως) για λογαριασμούς κατάθεσης που μένουν ακίνητοι για περισσότερο από 18 μήνες, καθώς δεν δικαιολογείται επαρκώς πώς προκύπτουν έξοδα και για κινούμενους και για ακίνητους λογαριασμούς (ενώ λογικά εξοικονομούν οι τράπεζες λειτουργικό κόστος από τη μη κίνηση).
9. Η δυνατότητα να διαμορφώνει η τράπεζα μονομερώς τα επιτόκια καταθέσεων χωρίς να χρησιμοποιεί εύλογα κριτήρια, εξαναγκάζοντας έμμεσα τους καταναλωτές να αυξήσουν το ύψος των καταθέσεων, για να έχουν μεγαλύτερο επιτόκιο.
10. Έξοδα τήρησης και παρακολούθησης των λογαριασμών καταθέσεων, ιδίως όταν είναι μικρότεροι από ένα μέσο μηνιαίο υπόλοιπο που καθορίζει η τράπεζα, με κριτήρια αόριστα, που δεν δικαιολογούν τη σχετική επιβάρυνση.
11. Η δυνατότητα της τράπεζας για μεγαλύτερη αναπροσαρμογή του κυμαινόμενου επιτοκίου στις πιστωτικές κάρτες από εκείνη που προκύπτει από την αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Έτσι καταστρατηγείται η αρχή της διαφάνειας.
12. Μειωμένη ευθύνη της τράπεζας αν γίνει παράνομη χρήση του βιβλιαρίου κατάθεσης. Όμως, σε περίπτωση απώλειάς του, ακόμα και αν καθυστερήσει ο κάτοχός του να το αντιληφθεί και να ειδοποιήσει την τράπεζα, η τελευταία δεν μπορεί να απαλλάσσεται και σε περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας, αφού είναι υποχρεωμένη να ελέγξει την ταυτοπροσωπία εκείνου που ζητεί ανάληψη χρημάτων.
13. Μονομερής μεταβολή επιβαρύνσεων στις πιστωτικές κάρτες και στις καταθέσεις.
14. Μονομερής καθορισμός των ημερών δέσμευσης, διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας.